Η πιο ισχυρή και χειροπιαστή απόδειξη της μυστικής δραστηριότητας που ανθούσε στην αρχαιότητα είναι οι κατάδεσμοι.
Η πρακτική αυτή στην αρχαία Ελλάδα ήταν τόσο διαδεδομένη ώστε οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν φέρει στο φως χιλιάδες σχετικά αντικείμενα σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Πρόκειται για μικρά μολύβδινα ελάσματα πάνω στα οποία χαράσσονταν ονόματα και συγκεκριμένες κατάρες, με σκοπό να δέσουν ή να ακινητοποιήσουν τον αντίπαλο.
Τα σημεία που επέλεγαν για να τα κρύψουν δεν ήταν καθόλου τυχαία. Τα έθαβαν μέσα σε φρέατα, σε σκοτεινά πηγάδια, σε κοίτες ποταμών και κυρίως μέσα σε τάφους ανθρώπων. Ιδιαίτερη προτίμηση είχαν στους τάφους εκείνων που είχαν πεθάνει πρόωρα ή με βίαιο τρόπο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι ψυχές αυτών των ανθρώπων παρέμεναν κοντά στο σώμα τους και μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ιδανικοί αγγελιοφόροι προς τους χθόνιους θεούς. Έτσι η κατάρα έφτανε απευθείας στον Άδη, στην Περσεφόνη, στον Ερμή Χθόνιο και στην Εκάτη, θεά της μαγείας και των σταυροδρομιών.
Οι λόγοι για τους οποίους κάποιος κατέφευγε στους κατάδεσμους χωρίζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Οι δικαστικές διαμάχες ήταν εξαιρετικά συχνές, καθώς οι διάδικοι προσπαθούσαν να δέσουν τη γλώσσα και το μυαλό των αντιδίκων τους για να μην μιλήσουν στο δικαστήριο. Ο εμπορικός ανταγωνισμός αποτελούσε ακόμα έναν βασικό λόγο, με τους τεχνίτες να ζητούν την καταστροφή των εργασιών των ανταγωνιστών τους. Τέλος, τα ερωτικά πάθη οδηγούσαν στη δημιουργία κατάδεσμων, είτε για την προσέλκυση ενός προσώπου είτε για τον οριστικό χωρισμό ενός ζευγαριού.
Στον αρχαίο κόσμο, η περιοχή της Θεσσαλίας είχε αποκτήσει μια τρομακτική και ταυτόχρονα γοητευτική φήμη. Οι μάγισσες της Θεσσαλίας θεωρούνταν οι πλέον ικανές γνώστριες της τέχνης, με εξειδίκευση στα φάρμακα και τα δηλητήρια.
Η φήμη αυτή δεν ήταν τυχαία. Οι γυναίκες της Θεσσαλίας είχαν συσσωρεύσει βαθιά γνώση γύρω από τα βότανα και τις μυστικές ιδιότητες της φύσης, γνώση που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.
Η πιο εμβληματική ιστορική φιγούρα αυτής της παράδοσης ήταν η Αγλαονίκη η Θεσσαλή, η οποία έζησε γύρω στον πέμπτο αιώνα π.Χ.
Στην πραγματικότητα, η Αγλαονίκη ήταν αστρονόμος. Είχε μελετήσει τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων και μπορούσε να προβλέψει με απόλυτη ακρίβεια τις εκλείψεις της σελήνης. Εκμεταλλευόμενη αυτή τη γνώση, έπειθε το πλήθος ότι διέθετε την υπερφυσική δύναμη να κατεβάζει το φεγγάρι από τον ουρανό.
Ο Πλούταρχος στο έργο του για τα Ηθικά αποτελεί την πιο αξιόπιστη πηγή για τη ζωή και τη δράση της.
ΟΙ μάγισσες της Θεσσαλίας, χρησιμοποιούσαν τοπικά βότανα που προκαλούσαν παραισθήσεις, ενισχύοντας την ψυχολογική επίδραση που ασκούσαν. Η φήμη τους ήταν τόσο μεγάλη που σπουδαίοι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρθηκαν σε αυτές με δέος.
Ο Πλάτωνας στον διάλογο «Γοργίας» αναφέρει το τίμημα που πληρώνουν όσες κατεβάζουν τη σελήνη, ενώ ο Λουκανός περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις ικανότητές τους να ανατρέπουν τους νόμους της φύσης.
Παράλληλα με την επιθετική μαγεία, αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα και ένας ολόκληρος μηχανισμός άμυνας.
Αυτή η αποτροπαϊκή μαγεία στόχευε κυρίως στην αντιμετώπιση της βασκανίας, δηλαδή του κακού ματιού, μιας από τις βαθύτερα ριζωμένες πεποιθήσεις της αρχαιότητας.
Η πίστη ότι το φθονερό βλέμμα ενός ανθρώπου μπορούσε να προκαλέσει σωματική ασθένεια ή καταστροφή της περιουσίας ήταν κοινή σε ολόκληρη τη λαϊκή θρησκεία της Μεσογείου.
Εξίσου σημαντικοί ήταν και οι καθαρμοί στην αρχαία Ελλάδα, μια πρακτική που συνδύαζε τη σωματική καθαριότητα με την πνευματική θωράκιση.
Χρησιμοποιούσαν απλά υλικά της φύσης, όπως το καθαρό θαλασσινό νερό, το αλάτι και το θειάφι. Με αυτά οι μητέρες θωράκιζαν τα νεογέννητα παιδιά τους και οι νοικοκύρηδες καθάριζαν τους χώρους των σπιτιών τους, διώχνοντας κάθε ίχνος πνευματικού μιάσματος.
Η μαγεία στην αρχαία Ελλάδα δεν αναπτύχθηκε σε συνθήκες απομόνωσης.
Η Μεσόγειος αποτελούσε ένα ζωντανό σταυροδρόμι όπου η λαϊκή θρησκεία της Μεσογείου συνδύαζε ιδέες, τελετουργίες και μυστικιστικές παραδόσεις από πολλούς λαούς.
Κατά την ελληνιστική περίοδο αυτή η ανταλλαγή έφτασε στο αποκορύφωμά της, καθώς η επαφή με ανατολικούς πολιτισμούς έγινε εντατικότερη από ποτέ.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αιγυπτιακή επίδραση στη μαγεία. Η αρχέγονη αιγυπτιακή δύναμη του θεού Hekã άρχισε να συγχωνεύεται με τις ελληνικές αντιλήψεις. Η Εκάτη, θεά της μαγείας και προστάτιδα των σταυροδρομιών, εμπλουτίστηκε με νέα στοιχεία και ονόματα από αυτή την ανατολική παράδοση, αποκτώντας ακόμη πιο σύνθετη και πολυδιάστατη ταυτότητα.
Το πιο σημαντικό γραπτό τεκμήριο αυτής της ανάμειξης είναι οι Ελληνικοί Μαγικοί Πάπυροι, μια εκτενής συλλογή κειμένων με ξόρκια, τελετουργίες και επικλήσεις. Μέσα σε αυτά τα κείμενα η αρχέγονη δύναμη του θεού Hekã συνυπάρχει με ελληνικές θεότητες, αποδεικνύοντας πόσο βαθιά ήταν η αμοιβαία επίδραση των δύο παραδόσεων.
Οι Ελληνικοί Μαγικοί Πάπυροι αποτελούν σήμερα πρωτογενή πηγή για κάθε μελετητή της αρχαίας μαγείας.
Η μαγική παράδοση της αρχαίας Ελλάδας και της Μεσογείου μας δείχνει ότι οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου. Αυτές οι αρχαίες πεποιθήσεις δεν εξαφανίστηκαν ποτέ εντελώς, αλλά μεταμορφώθηκαν και επιβίωσαν μέχρι τις μέρες μας μέσα από τη λαϊκή κουλτούρα της ελληνικής υπαίθρου.
Οι Ελληνικοί Μαγικοί Πάπυροι. Αποτελούν το σημαντικότερο σώμα κειμένων για τη μελέτη των αρχαίων τελετουργιών και των επικλήσεων στη Μεσόγειο. Μέσα σε αυτούς αποδεικνύεται η συγχώνευση των ελληνικών παραδόσεων με την αρχέγονη αιγυπτιακή δύναμη του θεού Hekã.
Ο Πλάτωνας στον διάλογο Γοργίας. Στο συγκεκριμένο έργο ο μεγάλος φιλόσοφος αναφέρεται ρητά στις μάγισσες της Θεσσαλίας και στο τίμημα που πλήρωναν επειδή πίστευαν ότι μπορούσαν να κατεβάσουν τη σελήνη από τον ουρανό.
Ο Λουκανός στο έπος Φαρσάλια. Ο Ρωμαίος ποιητής περιγράφει με εκτενείς και ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις πρακτικές των θεσσαλικών μαγισσών και τη χρήση των βοτάνων για την ανατροπή των νόμων της φύσης.
Ο Πλούταρχος στο έργο του για τα Ηθικά. Διασώζει τις ιστορικές πληροφορίες για την Αγλαονίκη τη Θεσσαλή και εξηγεί πώς η γνώση της για τις εκλείψεις της σελήνης θεωρήθηκε από το πλήθος ως υπερφυσική μαγική ικανότητα.



